Καλωσορίσατε στην Kritiki GR! Ακόμα δεν έχετε αποφασίσει τι να δείτε στον κινηματογράφο ή το σαββατοκύριακο στην τηλεόραση; Εδώ θα βρείτε τα πάντα για τις ταινίες που ψάχνετε.






Το χώμα βάφτηκε κόκκινο (1965)


(Από τον Πάνο Λιάκο)

Πάμε μια βόλτα από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο; Σήμερα ας ασχοληθούμε με μια από τις πιο καλές ελληνικές δραματικές ταινίες της δεκαετίας του '60 (και δεν ήταν ούτε τότε ούτε σήμερα ο κανόνας να υπάρχουν καλές δραματικές ταινίες) που συγκίνησε το κοινό  και έφτασε να προτείνεται μέχρι και για το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας το 1966. Η αθηναϊκή εφημερίδα ''Ελευθερία'', μετά την έκτακτη προβολή της ταινίας που πραγματοποιήθηκε στον κινηματογράφο Αθηνά στις 2/1/1966, είπε ότι το κοινό χειροκρότησε όρθιο ''την καταπληκτική δημιουργία του Γεωργιάδη που αποτελεί πραγματικόν άθλον για τον ελληνικόν κινηματογράφον''.  Ας σημειωθεί ότι δεν είναι πρώτη φορά που ταινία του σκηνοθέτη Βασίλη Γεωργιάδη φτάνει μέχρι τα Όσκαρ. Η αμέσως προηγούμενη ταινία του, τα ''Κόκκινα φανάρια'', ήταν επίσης υποψήφια για το πολυπόθητο αγαλματίδιο το 1964. Η ιστορία για το χώμα του θεσσαλικού κάμπου που βάφτηκε κόκκινο δεν κέρδισε τελικά το Όσκαρ το 1966. Άλλωστε ο Βασίλης Γεωργιάδης είχε να αναμετρηθεί με σπουδαίες ταινίες όπως ο ''Γάμος αλά Ιταλικά'' του Βιτόριο Ντε Σίκα, το ''Kwaidan'' του Μασάκι Κομπαγιάσι, το ''Dear John'' από τη Σουηδία αλλά και τον μεγάλο τελικά νικητή, το ''Μαγαζάκι της κεντρικής οδού'', μια ταινία του Γιαν Καντάρ από την Τσεχοσλοβακία. 

Η ταινία, σε σενάριο του Νίκου Φώσκολου (ίσως στην καλύτερη στιγμή της καριέρας του), πραγματεύεται τα γεγονότα πριν από την επανάσταση στο Κιλελέρ. Βρισκόμαστε στο 1907 οπότε δύο αδέλφια με τη μορφή των Νίκου Κούρκουλου και Γιάννη Βόγλη αν και μεγαλοκτηματίες θα συγκρουστούν μεταξύ τους για πολιτικούς λόγους (o ένας συμπεριφέρεται με πολιτισμό απέναντι στους κολίγους ενώ ο άλλος τους συμπεριφέρεται σαν τύραννος)  αλλά και για τα μάτια της ωραίας Ειρήνης (μια πολύ καλή στιγμή στην καριέρα της Μαίρης Χρονοπούλου). Στη μέση βρίσκεται και ο πατέρας των δύο νέων- που τον υποδύεται ο πάντα εκπληκτικός Μάνος Κατράκης- που δεν μπορεί να πιστέψει ότι οι δύο γιοι του δεν μπορούν να συμφιλιωθούν. Άλλοι πρωταγωνιστές της εποχής που θα συναντήσουμε στην ταινία είναι ο Φαίδων Γεωργίτσης σε ένα δυναμικό ρόλο αλλά και οι Νότης Περγιάλης (στο ρόλο του Μαρίνου Αντύπα) και Άγγελος Αντωνόπουλος. Ερωτική και άκρως αισθησιακή και η παρουσία της Ζέτας Αποστόλου στο ρόλο μιας φτωχής κοπέλας που κάνει τα πάντα προκειμένου να επιβιώσει κάτω από τις δύσκολες συνθήκες που δημιουργούν οι μεγαλοτσιφλικάδες της Θεσσαλίας. Όσο για τους δύο κεντρικούς πρωταγωνιστές, τα λόγια είναι περιττά. Γοητευτικός με έναν κρυμμένο δυναμισμό όπως πάντα ο Νίκος Κούρκουλος, στιβαρός από τότε στις ερμηνευτικές του αποδόσεις και ο μόλις 28 χρονών τότε Γιάννης Βόγλης. Πολύ καλό το μοντάζ του Βασίλη Συρόπουλου όπως άλλωστε και η φροντισμένη φωτογραφία του Νίκου Δημόπουλου. Στο όλο χτίσιμο της ατμόσφαιρας συνδράμει και η διαφορετική μουσική-για τα εμπορικά δεδομένα του πάντα-που υπογράφει εδώ ο Μίμης Πλέσσας σε μια ακόμη εμπνευσμένη στιγμή της πλούσιας μουσικής του διαδρομής.

Όσον αφορά το σενάριο, σίγουρα θα βρει κανείς αρκετές ιστορικές ανακρίβειες κυρίως όσον αφορά τη δράση και το θάνατο του Μαρίνου Αντύπα. Θα περίμενε κανείς μάλιστα ο ρόλος του στην ταινία να είναι μεγαλύτερος σε έκταση. Όσον αφορά την ιστορία με τις μεγάλες ιδιοκτησίες στη Θεσσαλία και τις πρακτικές των γαιοκτημόνων-ζητήματα που πραγματεύεται η ταινία- αυτή ξεκινάει το 1864 με την προσάρτηση των Επτανήσων στο ελληνικό κράτος και συνεχίζεται το 1881 με την προσάρτηση της Άρτας και της Θεσσαλίας. Τα προβλήματα ξεκινούν όταν τα τσιφλίκια της Θεσσαλίας αγοράζουν πλούσιοι Έλληνες του εξωτερικού οι οποίοι όχι μόνο διατήρησαν τον αναχρονιστικό θεσμό των κολίγων (οι κολίγοι καλύτερα περνούσαν με τους Τούρκους παρά με τους Έλληνες του εξωτερικού!) αλλά ασκούσαν πολιτικές και κοινωνικές πιέσεις για να κερδοσκοπούν από την παραγωγή του σιταριού. 
 Όπως και να'χει, ο Βασίλης Γεωργιάδης αποτολμά μια καινούρια για τότε δεδομένα κινηματογραφική προσέγγιση. Όχι τυχαία η ταινία συγκαταλέγεται στο είδος του ελληνικού γουέστερν. Ταινίες δηλαδή που διαδραματίζονται σε ελληνικά αγροτικά τοπία ανάλογα με εκείνα ταινιών του αμερικανικού και ιταλικού είδους που τότε ήταν στα ντουζένια του. Ο Γεωργιάδης, ήδη από τα ''Κόκκινα φανάρια'' μας έχει δείξει ότι δεν τον ενδιαφέρει μια τυπική ελληνική σκηνοθετική προσέγγιση (όπως ενδιέφερε τους περισσότερους σκηνοθέτες της εποχής του) αλλά προσπαθούσε να υιοθετήσει ένα στυλ πιο ευρωπαϊκό ή κάτι που να παραπέμπει σε αμερικανικό φιλμ νουάρ. Κάποιες σκηνές μονομαχίας που υπάρχουν στο ''Χώμα βάφτηκε κόκκινο'' είναι ξεκάθαρα γυρισμένες με τη λογική του γουέστερν, με εξεζητημένες γωνίες λήψεις και ριψοκίνδυνες σκηνές πάνω στους βράχους των Μετεώρων (αφού ας μην ξεχνάμε ότι τα γεγονότα της ταινίας λαμβάνουν χώρα σε ένα χωριό κοντά στη Καλαμπάκα). 

Μια από τις πιο συγκροτημένες δραματικές ταινίες της δεκαετίας του '60 με ερμηνείες που εντυπώνονται στο νου, πρωτοποριακή κινηματογράφηση και μια κεντρική ιστορία που συνεχίζει να συγκινεί ακόμη και τόσα χρόνια μετά (και από ιστορική και από απλά δραματουργικής απόψεως) τους θεατές. 

4 σχόλια:

  1. Αλήθεια, ποιες άλλες ταινίες θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στο "ελληνικό γουέστερν";

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ο Αστραπόγιαννος, το Αγάπη και αίμα και Οι σφαίρες δεν γυρίζουν πίσω με τον Καζακο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Έχω ακούσει πως το χωριό είναι η Σαρακίνα, αληθεύει;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Η Πατουλια Τρικάλων είναι το χωριό στο οποίο έγινε το μεγαλύτερο μέρος των γυρισμάτων..

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget